ἔλλειμμα

ἔλλειμμα, ατος, τό,
A defect, deficiency, Hp.Praec.9, Phld.D.3.2 (pl.), etc.; τὰ καθ' ὑμᾶς ἐλλείμματα shortcomings dependent on yourselves, D.2.27; arrears, Id.22.44; τοῦ γεγραμμένου νόμου ἔ. Arist.Rh.1374a26; τὰ περὶ τὴν διάλεκτον ἐ. D.H.Dem.20.
2 remnant, v.l. in LXX 2 Ki.21.2.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ἔλλειμμα — defect neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • έλλειμμα — το (AM ἔλλειμμα) αυτό που λείπει από κάτι και το οποίο έπρεπε ή προβλεπόταν να υπάρχει νεοελλ. φρ. 1. «έλλειμμα ταμείου» το ποσό κατά το οποίο τα μετρητά υπολείπονται τού λογιστικού υπολοίπου 2. «έλλειμμα εμπορικού ισοζυγίου» το ποσό κατά το… …   Dictionary of Greek

  • έλλειμμα — το, ατος 1. το ποσό (σε χρήμα ή σε είδος) που λείπει από εκείνο που προϋπήρχε ή έπρεπε να υπάρχει. 2. το παθητικό ισοζυγίου ή λογαριασμού: Το έλλειμμα του εμπορικού ισοζυγίου …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • έλλειμμα — [эллима] ουσ. о. недостаток, недочёт, нехватка …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • έλλειμμα μάζας — Όρος που στη φυσική υποδηλώνει τη διαφορά ανάμεσα στη μάζα του πυρήνα και στη συνολική μάζα των πρωτονίων και των νετρονίων από τα οποία αυτός αποτελείται. Επειδή η μάζα του πυρήνα είναι μικρότερη από την ολική μάζα των πρωτονίων και των… …   Dictionary of Greek

  • διαφραγματικό έλλειμμα — Συγγενές έλλειμμα που χαρακτηρίζεται από την παρουσία μίας τρύπας στο τοίχωμα που χωρίζει τις δύο καρδιακές κοιλότητες …   Dictionary of Greek

  • ἐλλειμμάτων — ἔλλειμμα defect neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐλλείμμασι — ἔλλειμμα defect neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐλλείμμασιν — ἔλλειμμα defect neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐλλείμματα — ἔλλειμμα defect neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐλλείμματι — ἔλλειμμα defect neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.